νόστιμος

νόστιμος
η , ο [ος , ον ]
1) вкусный;

είναι νόστιμο! — вкусно;

2) хорошенький, приятный, привлекательный;

νόστιμη γυναίκα — хорошенькая женщина;

3) остроумный, забавный, занимательный;

νόστιμα ανέκδοτα — забавные анекдоты


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "νόστιμος" в других словарях:

  • νόστιμος — belonging to a return masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστιμος — η, ο (ΑΜ νόστιμος, ον) ο ευχάριστος στη γεύση, εύγευστος νεοελλ. μτφ. ωραίος, κομψός, χαριτωμένος, θελκτικός («είναι νόστιμη κοπέλα») αρχ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην επιστροφή στην πατρίδα 2. (για πρόσ.) αυτός που είναι ικανός να… …   Dictionary of Greek

  • νόστιμος — η, ο 1. αυτός που έχει ευχάριστη γεύση: Νόστιμα φαγητά. 2. μτφ., κομψός, ωραίος, χαριτωμένος: Νόστιμα ανέκδοτα. – Νόστιμη κοπέλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νοστιμώτερον — νόστιμος belonging to a return masc acc comp sg νόστιμος belonging to a return neut nom/voc/acc comp sg νόστιμος belonging to a return adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοστιμώτατον — νόστιμος belonging to a return masc acc superl sg νόστιμος belonging to a return neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόστιμον — νόστιμος belonging to a return masc/fem acc sg νόστιμος belonging to a return neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοστιμωτάτην — νόστιμος belonging to a return fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοστιμωτάτῃ — νόστιμος belonging to a return fem dat superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοστιμωτέρους — νόστιμος belonging to a return masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοστιμώτατοι — νόστιμος belonging to a return masc nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοστιμώτατος — νόστιμος belonging to a return masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»